Ροή

Ο κορονοϊός με φόντο την ψυχική υγεία

Της Φωτεινής Μαρκατσέλη

Η πανδημία COVID-19 δεν άφησε μόνο μια σειρά από υγειονομικές και οικονομικές συνέπειες· αλλα έφερε στην επιφάνεια και μια έντονη κρίση ψυχικής υγείας. Το παρατεταμένο άγχος, η κοινωνική απομόνωση, οι οικονομικές ανασφάλειες και η αβεβαιότητα για το μέλλον λειτούργησαν ως καταλύτες για την αύξηση των ψυχικών διαταραχών. Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κατά τη διάρκεια της πανδημίας τα περιστατικά άγχους και κατάθλιψης αυξήθηκαν παγκοσμίως κατά περίπου 25%.

Στην Ελλάδα ερευνα του ΕΚΠΑ έδειξε ότι το 38% των εφήβων παρουσίασε έντονα συμπτώματα άγχους κατά την περίοδο της τηλεκπαίδευσης.Στους ηλικιωμένους, καταγράφηκε αύξηση περιστατικών μοναξιάς και ψυχοσωματικών προβλημάτων, λόγω του περιορισμού και της αποκοπής από την οικογένεια ενω παραλληλα το υγειονομικό προσωπικό βίωσε τεράστια ψυχολογική επιβάρυνση: η Ένωση Νοσηλευτών Ελλάδας ανέφερε ότι το 60% των νοσηλευτών εμφάνισε συμπτώματα επαγγελματικής εξουθένωσης (burnout).

Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, οι μονάδες υγείας άρχισαν να αναπροσαρμόζουν τη λειτουργία τους. Στην πρωτοβάθμια φροντίδα, αρκετά Κέντρα Υγείας ενίσχυσαν τις ομάδες τους με ψυχολόγους, ενώ οι Τοπικές Μονάδες Υγείας (ΤΟΜΥ) σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη συνεργάστηκαν με κοινωνικούς λειτουργούς για την παρακολούθηση περιστατικών που δεν έφταναν ποτέ σε ψυχιατρικές κλινικές. Το Υπουργείο Υγείας, σε συνεργασία με την Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (ΕΠΑΨΥ), λειτούργησε τηλεφωνικές γραμμές συμβουλευτικής, οι οποίες παραμένουν ενεργές, παρέχοντας καθημερινά δωρεάν στήριξη

Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η εισαγωγή της τηλεψυχιατρικής. Μέσα από την πλατφόρμα του ΕΟΠΥΥ, ασθενείς από νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές μπόρεσαν να έχουν συνεδρίες με ειδικούς χωρίς να χρειαστεί να ταξιδέψουν. Στην Ήπειρο, για παράδειγμα, το Κέντρο Ψυχικής Υγείας Ιωαννίνων κατέγραψε αύξηση 40% στη συμμετοχή πολιτών σε τέτοιου είδους υπηρεσίες το 2022 σε σχέση με το 2019.

Παρά τα θετικά βήματα, τα εμπόδια παραμένουν σοβαρά. Η μετά-COVID εποχή, έδειξε κάτι ξεκάθαρο: η ψυχική υγεία δεν μπορεί πλέον να παραμερίζεται. Τα συγκεκριμένα δεδομένα αποδεικνύουν ότι οι μονάδες υγείας έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται, αλλά απαιτείται σταθερή επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό και δομές. Μόνο έτσι θα καταφέρουν να ανταποκριθούν με ουσιαστικό τρόπο στις πραγματικές ανάγκες των πολιτών.

 

Η Φωτεινή Μαρκατσέλη είναι πτυχιούχος Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου