Η Τζόυς Ευείδη, μίλησε στον Ηλία Σκουλά και στην κάμερα του Breakfast@Star, με την έμπειρη ηθοποιό να καταθέτει τις σκέψεις της για το θέατρο, την τηλεόραση και το πέρασμα του χρόνου.
Αρχικά, η ηθοποιός, Τζόυς Ευείδη, παραδέχθηκε πως δεν είναι «όλες οι παραστάσεις και όλοι οι θίασοι αγγελικά πλασμένοι. Έχω ζήσει περίεργες στιγμές, προσπάθησα να κάνω ότι δεν τις πολυκαταλαβαίνω. Η δουλειά μας μάλλον δεν είναι δημοκρατική. Δεν πρέπει να υπάρχει δημοκρατία στο θέατρο. Πρέπει να υπάρχει δικτατορία. Ένας αποφασίζει, όχι η ομάδα».
Μιλώντας για το μεγαλύτερό της επίτευγμα είπε ότι «τη μέρα που πήγα στην οδό Πειραιώς, στη σχολή του Εθνικού και είδα το όνομά μου στον κατάλογο ότι είχα περάσει. Αρχικά δεν ήθελα καν να γίνω ηθοποιός, ήθελα να κάνω θεωρητικά θεάτρου, αλλά ντάλα. Και τώρα που μιλάμε, δεν το πιστεύω ότι είμαι τόσα χρόνια σε αυτή τη δουλειά. Το θεωρώ μεγάλο επίτευγμα», εξομολογήθηκε.
Για την απουσία της από την τηλεόραση σχολίασε: «Αν ερχόντουσαν οι προτάσεις, θα δούλευα. Δεν σημαίνει ότι επειδή έχεις κάνει δέκα καλές δουλειές ή δουλεύεις στο Εθνικό ή στις Στέγες, μπορεί να μην περνάει πια η μπογιά σου, πολύ απλά. Να μη χρειάζεσαι στους ρόλους, έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες μετά τα 40 δεν πολυχρειαζόμαστε, ούτε υπάρχουνε πολλοί ρόλοι να παίξουμε. Βασικά μετράς όσο είσαι γκόμενα, μετά ο Θεός και η ψυχή σου. Δε θα έπαιρνα τηλέφωνο για να ζητήσω δουλειά. Δεν είναι ότι δεν θέλω, ντρέπομαι».
Αναφερόμενη στα remake, υπογράμμισε πως «Ρίσκο είναι, αλλά γιατί όχι; Εμείς στο “Καφέ της Χαράς” περάσαμε πολύ ωραία στο remake πάντως. Μετά από τόσα χρόνια ήταν πολύ ωραία εμπειρία, πολύ συγκινητικό. Και μόνο που ζούσαμε όλοι, ήταν πολύ σπουδαίο».
Τέλος μίλησε για τη σειρά «Οι Μεν και οι Δεν», χαρακτηρίζοντάς την την πιο αγαπημένη της: «Είναι η πιο αγαπημένη μου, γιατί ήτανε τα roaring nineties, που λένε, που ήταν η εποχή της τρέλας. Ήταν η εποχή, ρε παιδί μου, που χαιρόσουνα χωρίς ενοχές, που γελούσες χωρίς ενοχές, που έλεγες χοντράδες στο φίλο σου και ο φίλος σου ξεραινότανε στα γέλια. Όσο πάμε γινόμαστε πιο συντηρητικοί, πιο ξενέρωτοι και, με συγχωρείς, και πιο κρυόκωλοι».
