Από τις αγορές ενέργειας και τις αποδόσεις των ομολόγων μέχρι τις επενδυτικές αποφάσεις των επιχειρήσεων, η γεωπολιτική αβεβαιότητα επιστρέφει στο κέντρο της οικονομικής εξίσωσης και απειλεί με ανατροπες την ελληνική οικονομία. Ο πόλεμος δεν αυξάνει μόνο τις τιμές του πετρελαίου, μαζί αυξάνει και τα επίπεδα κινδύνου για την παγκόσμια οικονομίας, ενώ οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να αποτιμούν αυτό το ρίσκο. Οι τιμές ενέργειας κινούνται ανοδικά, οι αγορές ομολόγων παραμένουν ευαίσθητες σε κάθε γεωπολιτική εξέλιξη και οι επενδυτές επανεκτιμούν τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ενέργεια παραμένει η σημαντικότερη πηγή κινδύνου για τις οικονομίες, καθώς αποτελεί το πρώτο και πιο άμεσο κανάλι μέσω του οποίου μια γεωπολιτική κρίση μεταφέρεται στην οικονομία. Η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας παραμένει πάνω από το 70%, γεγονός που σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών αναγκών καλύπτεται από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Η Ελληνική οικονομία και το κόστος παραγωγής
Σε ένα περιβάλλον όπου οι διεθνείς τιμές ενέργειας αυξάνονται, η επίδραση μεταφέρεται γρήγορα στο κόστος λειτουργίας της οικονομίας. Οι αυξήσεις εμφανίζονται πρώτα στα καύσιμα μεταφορών και στην ηλεκτρική ενέργεια, αλλά σύντομα επηρεάζουν το κόστος παραγωγής, τις τιμές τροφίμων και τις υπηρεσίες.
Ένα παρατεταμένο επίπεδο τιμών πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι μπορεί να δημιουργήσει αλυσιδωτές επιπτώσεις. Ειδικά στην ελληνική οικονομία όπου η κατανάλωση αποτελεί βασικό κινητήρα ανάπτυξης, η αύξηση του κόστους ζωής λειτουργεί σαν άμεσο φρένο στην οικονομική δραστηριότητα.
Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 είναι χαρακτηριστική. Τότε η εκτίναξη των τιμών ενέργειας οδήγησε τον πληθωρισμό στην Ελλάδα πάνω από το 12%, δημιουργώντας ένα από τα μεγαλύτερα κύματα ακρίβειας των τελευταίων δεκαετιών.
Πληθωρισμός και αγοραστική δύναμη
Ο πληθωρισμός αποτελεί το δεύτερο βασικό σημείο πίεσης. Όταν αυξάνονται οι τιμές ενέργειας, οι επιπτώσεις μεταφέρονται γρήγορα στην καθημερινότητα των νοικοκυριών. Καύσιμα, τρόφιμα και μεταφορές αποτελούν βασικές κατηγορίες δαπανών του οικογενειακού προϋπολογισμού.
Στην Ελλάδα η επίδραση αυτή είναι ακόμη πιο έντονη. Οι δαπάνες για τρόφιμα και ενέργεια καταλαμβάνουν μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματος των νοικοκυριών σε σχέση με πολλές άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σχετικά μικρές αυξήσεις τιμών έχουν δυσανάλογη επίδραση στο πραγματικό εισόδημα.
Η απώλεια αγοραστικής δύναμης μεταφράζεται γρήγορα σε χαμηλότερη κατανάλωση. Και επειδή η ιδιωτική κατανάλωση αντιστοιχεί περίπου στο 67%–68% του ελληνικού ΑΕΠ, η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Σε περιόδους παρατεταμένης ακρίβειας, η οικονομία μπορεί να εισέλθει σε έναν φαύλο κύκλο: υψηλές τιμές, μειωμένη κατανάλωση και τελικά επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Αγορές και κόστος δανεισμού
Οι αγορές ομολόγων λειτουργούν ως το πιο άμεσο «βαρόμετρο» κινδύνου για μια οικονομία. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει καταφέρει να σταθεροποιήσει τη θέση της στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.
Η απόδοση του ελληνικού 10ετούς ομολόγου κινείται σήμερα περίπου στην περιοχή του 3,4%–3,5%, ενώ το spread έναντι του γερμανικού Bund βρίσκεται κοντά στις 60–70 μονάδες βάσης. Τα επίπεδα αυτά δείχνουν ότι οι επενδυτές εξακολουθούν να εμπιστεύονται τη δημοσιονομική πορεία της χώρας.
Ωστόσο, η γεωπολιτική αβεβαιότητα και ο κίνδυνος νέου ενεργειακού πληθωρισμού μπορούν να επηρεάσουν τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αν οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, οι μειώσεις επιτοκίων ενδέχεται να καθυστερήσουν.
Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες σταθερότητας για την ελληνική οικονομία είναι το ταμειακό απόθεμα του Δημοσίου. Τα ταμειακά διαθέσιμα της χώρας εκτιμώνται περίπου στα 35–40 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα σημαντικό επίπεδο ασφάλειας σε περιόδους διεθνούς αναταραχής.
Το λεγόμενο cash buffer επιτρέπει στο κράτος να καλύπτει τις χρηματοδοτικές του ανάγκες χωρίς άμεση προσφυγή στις αγορές. Σε περιόδους οικονομικής πίεσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί για προσωρινή στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Η ενεργειακή κρίση των προηγούμενων ετών έδειξε πόσο σημαντικό είναι αυτό το εργαλείο. Τα μέτρα στήριξης που εφαρμόστηκαν την περίοδο 2022–2023 ξεπέρασαν συνολικά τα 10 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, το δημοσιονομικό απόθεμα δεν αποτελεί ανεξάντλητο πόρο. Η χρήση του απαιτεί ισορροπία μεταξύ οικονομικής στήριξης και διατήρησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας της χώρας.
Οι γραμμές άμυνας και η ελληνική οικονομία
Παρά τους κινδύνους, η ελληνική οικονομία διαθέτει σήμερα ισχυρότερες άμυνες σε σχέση με το παρελθόν. Η χώρα έχει αποκτήσει επενδυτική βαθμίδα, γεγονός που ενισχύει την εμπιστοσύνη των αγορών και διευρύνει τη βάση των επενδυτών που μπορούν να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα.
Το τραπεζικό σύστημα έχει επίσης ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί δραστικά, ενώ οι τράπεζες διαθέτουν ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση.
Ταυτόχρονα, η ελληνική οικονομία επωφελείται από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο κατευθύνει δισεκατομμύρια ευρώ σε επενδύσεις υποδομών, ψηφιακού μετασχηματισμού και πράσινης ενέργειας.
Πηγή: ot.gr
Πηγή φωτό EUROKINISSI αρχείο
