Σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής, κατάργηση της σύνταξης στα 63, αναλογία 2:1 χρόνου εργασίας και ετών συνταξιοδότησης, αύξηση των ασφαλισμένων, σουηδικό μοντέλο χρηματοδότησης, εισηγείται μεταξύ άλλων η επιτροπή εμπειρογνωμόνων, η οποία ορίστηκε από την κυβέρνηση προκειμένου να καταθέσει πρόταση για τη βιωσιμότητα του γερμανικού συνταξιοδοτικού συστήματος. Οι προτάσεις, οι οποίες θα παρουσιαστούν επισήμως αύριο Τρίτη, προκαλούν ήδη αντιδράσεις.
Περισσότερο από πέντε μήνες διήρκεσαν οι διαβουλεύσεις των εμπειρογνωμόνων, για να καταλήξουν σε 30 προτάσεις για το μέλλον των συντάξεων. Η συγκεκριμένη μεταρρύθμιση αποτελεί μια από τις κομβικές διαρθρωτικές αλλαγές που έχει ως στόχο να δρομολογήσει η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς. Μεταξύ των προτάσεων οι οποίες έχουν γίνει γνωστές έως τώρα, αναφέρεται ότι η ηλικία συνταξιοδότησης πρέπει να συνδεθεί με το προσδόκιμο ζωής – κατά έξι μήνες ανά δέκα χρόνια, ξεκινώντας από το 2041. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Επιτροπής, οι εργαζόμενοι θα μπορούν επομένως να συνταξιοδοτηθούν μόνο στα 67,5 έτη το 2041 και στα 68 το 2051. Στη δεκαετία του 2090 η ηλικία συνταξιοδότησης θα έχει φθάσει τα 70 έτη.
Για τη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, η επιτροπή τονίζει ότι θα πρέπει να καταργηθεί η πρόωρη συνταξιοδότηση στα 63 έτη, διευκρινίζει ωστόσο παράλληλα ότι θα πρέπει να σχεδιαστούν ειδικές πρόνοιες για άτομα με προβλήματα υγείας ή ιδιαίτερα επιβαρυντική εργασία.
Στο μέλλον, σύμφωνα με το «σουηδικό μοντέλο», ένα μέρος των συνταξιοδοτικών εισφορών θα πρέπει να επενδύεται στο χρηματιστήριο, εισηγούνται οι εμπειρογνώμονες. Σε αυτόν τον κεφαλαιακό πυλώνα θα εισρεύσει τελικά έως και 2% των ακαθάριστων μισθών, με αρχικό στόχο το 0,5%. Το 50% του ποσού θα προέρχεται από τους εργαζόμενους και το άλλο 50% από τους εργοδότες.
Βασικός στόχος της προτεινόμενης μεταρρύθμισης είναι επίσης να ενταχθούν στο σύστημα όσο το δυνατόν περισσότεροι εργαζόμενοι, οι οποίοι σήμερα δεν είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν εισφορές, όπως οι αυτοαπασχολούμενοι, εφόσον δεν καλύπτονται ήδη από ειδικό ταμείο του κλάδου τους, οι επαγγελματίες πολιτικοί και οι απασχολούμενοι στις «μίνι-θέσεις εργασίας» (mini jobs), οι οποίες, στη σημερινή τους μορφή, θα πρέπει να προορίζονται πλέον αποκλειστικά για φοιτητές.
Οι προτάσεις αυτές «αποσκοπούν στην εγγύηση της ασφάλειας του βιοτικού επιπέδου στα γηρατειά, ακόμη και για όσους έχουν χαμηλότερα ή μεσαία εισοδήματα», δήλωσαν οι επικεφαλής της επιτροπής, ο πρώην επικεφαλής της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Απασχόλησης Φρανκ-Γιούργκεν Βάιζε και η ειδική των διοικητικών επιστημών Κονστάντσε Γιάντα.
«Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι αυτοσκοπός. Δεν τις κάνουμε επειδή μας αρέσει να αλλάζουμε τα πράγματα. Οι αλλαγές είναι όμως απαραίτητες, αν θέλουμε πολλά πράγματα να παραμείνουν ως έχουν», δήλωσε ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ενώ η ομοσπονδιακή υπουργός Εργασίας Μπέρμπελ Μπας τόνισε ότι «τώρα χτίζουμε κάτι για τη νεότερη γενιά, προκειμένου να έχει υψηλότερο επίπεδο συντάξεων» και επισήμανε ότι η πρόωρη συνταξιοδότηση πρέπει να μειωθεί. «Πρέπει όμως να υπάρχει προστασία των δικαιολογημένων προσδοκιών, αλλά και μεταβατικές περίοδοι», πρόσθεσε.
Η οργάνωση νεολαίας του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (JU) αντέδρασε θετικά στις προτάσεις. «Πιστεύω ότι είναι μια μεγάλη ευκαιρία για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση», δήλωσε ο πρόεδρός της, Γιοχάνες Βίνκελ και τόνισε ότι είναι σωστό να μπουν στο στόχαστρο τα κίνητρα για πρόωρη συνταξιοδότηση και να να καταργηθούν. «Ισορροπημένες» και «μετριοπαθείς» χαρακτήρισε τις προτάσεις η Ένωση Ηλικιωμένων Πολιτών. Αντιθέτως, η οργάνωση νεολαίας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) έκανε λόγο για άδικη σύνδεση του προσδόκιμου ζωής με την ηλικία συνταξιοδότησης, ειδικά για εργαζόμενους στις κατασκευές ή στη νοσηλευτική, με πολλά έτη εργασίας αλλά στατιστικά περιορισμένο προσδόκιμο ζωής. Η οργάνωση του SPD ζήτησε σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με τα έτη εισφορών.
Το κόμμα των Πρασίνων χαιρέτισε τις προτάσεις για την ενίσχυση κεφαλαιακής χρηματοδότησης του συστήματος και την κατάργηση της συνταξιοδότησης στα 63, αλλά χαρακτήρισε «λάθος» το γεγονός ότι δεν σταθεροποιείται το επίπεδο σύνταξης στο 48%. Η Αριστερά από την πλευρά της έκανε λόγο για «περικοπές συντάξεων», καταλογίζοντας την ευθύνη για αυτό στον καγκελάριο, ενώ η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) αναφέρθηκε σε «χρήσιμες προτάσεις», αλλά επέκρινε τις γενικές συστάσεις της επιτροπής, λέγοντας ότι «ισοδυναμούν με περισσότερα χρόνια εργασίας και καταβολή υψηλότερων εισφορών». Αρνητικά στις προτάσεις τοποθετήθηκαν και τα συνδικάτα Ver.di και IG Metall, μιλώντας για σχέδια «εκτός πραγματικότητας».
«Χωρίς μίνι-θέσεις εργασίας υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αύξησης της αδήλωτης εργασίας», προειδοποίησε ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Λιντς Φρίντριχ Σνάιντερ και εκτίμησε το κόστος της μαύρης εργασίας μόνο για το 2027 σε 25 δισεκατομμύρια ευρώ. Ο κ. Σνάιντερ, μιλώντας στην BILD, τόνισε ότι οι mini jobs είναι ένα από επιτυχημένα μέτρα για τον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας. Εισήχθη το 2000 και το 2003 η αδήλωτη απασχόληση μειώθηκε κατά 20-23 δισεκατομμύρια ευρώ, ανέφερε. Σήμερα στη Γερμανία απασχολούνται με αυτόν τον τρόπο σχεδόν 7 εκατομμύρια άνθρωποι. Ο εργαζόμενος επιτρέπεται να κερδίζει έως και 603 ευρώ/μήνα, ενώ οι συγκεκριμένες θέσεις καταβάλλουν ελάχιστες εισφορές στο σύστημα. Την ίδια ώρα, το κόστος της «μαύρης» εργασίας υπολογίζεται στα 500 δισεκατομμύρια ευρώ.
Η προοπτική κατάργησης της σύνταξης στα 63 έτη έχει θορυβήσει ταυτόχρονα πολλούς εργαζόμενους. Σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Forsa για λογαριασμό της ασφαλιστικής εταιρίας DAK, το 44% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι σχεδιάζει να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα, ενώ το 35% σκοπεύει να εργαστεί έως το κανονικό όριο συνταξιοδότησης και το 9% ακόμη και μετά από αυτό.
ΠΗΓΗ ΘΕΜΑΤΟΣ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
