Του Χρήστου Θ. Στρατουλάκου
Τρία χρόνια έχουν περάσει από το καταστροφικό πέρασμα της κακοκαιρίας «Daniel» από τη Θεσσαλία.
Τρία χρόνια από τις ημέρες που ολόκληρα χωριά βυθίστηκαν κάτω από τα λασπωμένα νερά και χιλιάδες άνθρωποι είδαν μέσα σε λίγες ώρες να χάνονται οι κόποι μιας ολόκληρης ζωής.
Εκείνες τις δραματικές ημέρες βρέθηκα ως ρεπόρτερ του ΣΚΑΪ επί 12 ημέρες στη Θεσσαλία, κυρίως σε περιοχές των Τρικάλων και της Καρδίτσας. Ήταν, χωρίς καμία υπερβολή, το χειρότερο καιρικό φαινόμενο που έχω ζήσει δημοσιογραφικά σε όλα τα χρόνια της πορείας μου.
Βρέθηκα στη Φαρκαδόνα, στο Κεραμίδι, στον Παλαμά, στον Βλοχό αλλά και στον Νομό Λάρισας στα Φάρσαλα. Οι εικόνες που αντίκρισα εκεί δεν μπορούν εύκολα να αποτυπωθούν με λέξεις. Ολόκληρες περιοχές έμοιαζαν με βομβαρδισμένο τοπίο. Σπίτια είχαν καταστραφεί, επιχειρήσεις είχαν διαλυθεί, αγροτικές και κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις είχαν εξαφανιστεί κάτω από το νερό και τη λάσπη. Δρόμοι, γέφυρες και βασικές υποδομές είχαν υποστεί τεράστιες ζημιές.
Για αρκετές ημέρες πηγαίναμε σε χωριά στα οποία το νερό υποχωρούσε σταδιακά. Κάθε φορά που η στάθμη έπεφτε, αποκαλυπτόταν ένα ακόμη μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής. Μέσα στα σπίτια υπήρχε παντού λάσπη. Έπιπλα, ηλεκτρικές συσκευές, προσωπικά αντικείμενα και αναμνήσεις μιας ζωής είχαν μετατραπεί σε έναν σωρό από άχρηστα υλικά.
Το πιο δύσκολο, όμως, δεν ήταν μόνο οι εικόνες. Ήταν οι άνθρωποι.
Άνθρωποι πραγματικά απελπισμένοι, οι οποίοι δεν γνώριζαν από πού να αρχίσουν και πώς θα μπορούσαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Οικογένειες που δεν είχαν πλέον σπίτι. Επαγγελματίες που έχασαν τις επιχειρήσεις τους. Αγρότες και κτηνοτρόφοι που είδαν τις καλλιέργειες, τα μηχανήματα και τα ζώα τους να χάνονται. Η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους.
Υπήρχαν στιγμές κατά τις οποίες, ακόμη και ως δημοσιογράφος που όφειλα να καταγράφω ψύχραιμα τα γεγονότα, ήταν αδύνατο να μείνω ανεπηρέαστος. Γιατί πίσω από κάθε κατεστραμμένο σπίτι υπήρχε μια οικογένεια και πίσω από κάθε πλημμυρισμένη επιχείρηση υπήρχε ο αγώνας πολλών ετών.
Σήμερα, τρία χρόνια μετά, το βασικό ερώτημα παραμένει: Τι έχει πραγματικά αποκατασταθεί στη Θεσσαλία;
Μπορεί να μη βρίσκομαι πλέον στις συγκεκριμένες περιοχές, όμως η αίσθησή μου είναι ότι έχουν γίνει πολύ λιγότερα από όσα απαιτούσε το μέγεθος της καταστροφής. Υπάρχουν πληγές που παραμένουν ανοιχτές, άνθρωποι που ακόμη προσπαθούν να ξαναστήσουν τις ζωές τους και περιοχές που εξακολουθούν να περιμένουν ουσιαστικές παρεμβάσεις και έργα προστασίας.
Η αλήθεια είναι ότι μια τέτοια καταστροφή δεν μπορεί ποτέ να αποκατασταθεί στο 100%. Δεν επιστρέφουν όλα όσα χάθηκαν και δεν σβήνονται οι μνήμες εκείνων των ημερών. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία για καθυστερήσεις, ελλείψεις ή ημίμετρα.
Τρία χρόνια μετά, οι ευθύνες δεν έχουν αποδοθεί στον βαθμό που θα περίμενε κανείς για μια καταστροφή τέτοιας έκτασης. Ελάχιστοι έχουν λογοδοτήσει και πολλά από τα μεγάλα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα.
Το χειρότερο από όλα, όμως, είναι κάτι άλλο: Φοβάμαι ότι δεν πήραμε το μάθημα που έπρεπε να πάρουμε από την καταστροφή της Θεσσαλίας.
Και αν δεν ενισχυθούν άμεσα οι υποδομές, αν δεν υπάρξει σοβαρός αντιπλημμυρικός σχεδιασμός και αν η πρόληψη συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα υποχρέωση, τότε δεν θα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αιφνιδιαστήκαμε όταν έρθει η επόμενη μεγάλη δοκιμασία.
Γιατί μετά τον «Daniel» κανείς δεν δικαιούται να πει ότι δεν γνώριζε.
