Ομιλία Υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, στο Munk School of Global Affairs and Public Policy του Πανεπιστημίου του Τορόντο, με θέμα «Ο ερχομός μιας νέας γεωπολιτικής περιόδου» (Τορόντο, 18.09.2026)
Χαίρομαι ιδιαίτερα που βρίσκομαι εδώ. Όταν ένας πολιτικός έρχεται να μιλήσει σε ένα τέτοιο ακροατήριο, συνήθως περιμένει κανείς ότι θα πει ψέματα. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι, α) δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός και, β) δεν λέω ψέματα. Δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός γιατί, όπως ανέφερε ο Robert, στην ουσία είμαι ένας ακαδημαϊκός που έχασε τον δρόμο του και έγινε πολιτικός αργότερα στην επαγγελματική του πορεία. Και δεν ψεύδομαι όταν λέω ότι χαίρομαι πάρα πολύ που βρίσκομαι εδώ. Είναι τεράστια χαρά κάθε φορά που επισκέπτομαι Πανεπιστήμια για να μιλήσω, διότι αισθάνομαι ότι επιστρέφω στη λογική, εν αντιθέσει με το παράδοξο της πολιτικής, κάτι εντελώς απρόβλεπτο, χωρίς κανενός είδους αρχές στις οποίες να μπορεί κανείς πραγματικά να στηριχθεί. Επομένως, είναι θαυμάσιο που επιστρέφω, έστω και για λίγο, στον οίκο του ορθολογισμού.
Μου ζητήθηκε να μιλήσω για την ανάδυση μιας νέας γεωπολιτικής εποχής, ένα θέμα αρκετά ευρύ ώστε να συμπεριλαμβάνει τα πάντα, γιατί ήθελα να μοιραστώ μαζί σας την εμπειρία μου από τα τελευταία τρία χρόνια. Υπηρετώ στην ελληνική κυβέρνηση εδώ και επτά χρόνια. Για τέσσερα χρόνια, κατά την πρώτη κυβερνητική θητεία, διετέλεσα Υπουργός Επικρατείας, αρμόδιος για τη νομοθετική λειτουργία της κυβέρνησης, και στη συνέχεια, εδώ και τρία χρόνια, Υπουργός Εξωτερικών. Δεν αισθάνομαι να είμαι ο πλέον τυχερός άνθρωπος στον κόσμο, διότι θεωρώ ότι τα τελευταία τρία χρόνια αποτέλεσαν μια απόλυτη καταστροφή από γεωπολιτικής άποψης. Κάθε τι που θα μπορούσε να πάει στραβά, στην ουσία πήγε πράγματι στραβά. Εκτιμώ ότι είναι ίσως η χειρότερη περίοδος για να είναι κανείς Υπουργός Εξωτερικών μιας μικρομεσαίας χώρας όπως η Ελλάδα. Και – σαν να μην έφτανε αυτό – η Ελλάδα είχε το μεγάλο προνόμιο να αποτελεί μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, ως εκλεγμένο μέλος. Αν γνώριζα ότι θα βρισκόμασταν σε μια τόσο ταραχώδη περίοδο, προφανώς δεν θα είχαμε θέσει υποψηφιότητα και δεν θα είχαμε κάνει εκστρατεία για να γίνουμε μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Γιατί, λοιπόν, μια νέα γεωπολιτική εποχή; Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι, για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουμε μια σειρά από συνθήκες που συντρέχουν σωρευτικά και ταυτόχρονα. Η πρώτη είναι ότι βιώνουμε ορισμένες τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές και, κατά τη γνώμη μου, η πιο εντυπωσιακή είναι το γεγονός ότι παρατηρούμε μια πλήρη υποχώρηση του Διεθνούς Δικαίου και της πολυμέρειας. Και αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε παντού. Αισθανόμαστε ότι η ισχύς ουσιαστικά καθίσταται το κρίσιμο στοιχείο, ενώ η διεθνής αρχιτεκτονική ασφάλειας που βασίζεται σε κανόνες, πάνω στην οποία οικοδομήθηκε ο κόσμος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, υποχωρεί. Παράλληλα, βλέπουμε να δημιουργούνται νέες συμμαχίες, καθώς επίσης και διαπεριφερειακές συμμαχίες. Αισθάνομαι ότι, ολοένα και περισσότερο, η γεωγραφία χάνει τον ρόλο της ως βασικού παράγοντα στη διπλωματία. Για παράδειγμα, βλέπετε πώς η Ευρώπη εξελίσσεται πλέον σε μια «Ευρώπη plus» προκειμένου να εντάξει τον Καναδά ως τον πρώτο συνδεδεμένο εταίρο.
Και αυτό συμβαίνει εξαιτίας του δεύτερου σωρευτικού παράγοντα, που είναι η εν γένει εξωεδαφικότητα κάθε περιστατικού που συμβαίνει σήμερα. Δεν υπάρχει ούτε ένα γεγονός που να λαμβάνει χώρα σήμερα στη γεωπολιτική και να είναι περιορισμένο γεωγραφικά. Βλέπουμε ένοπλες συγκρούσεις να εξαπλώνονται. Στην πραγματικότητα, έχουμε τον μεγαλύτερο αριθμό ένοπλων συγκρούσεων παγκοσμίως από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχουμε περισσότερες από 60 ένοπλες συγκρούσεις. Έντεκα από αυτές χαρακτηρίζονται ως πόλεμοι μεγάλης κλίμακας, επί του παρόντος, αριθμός που αποτελεί, βέβαια, ιστορικό ρεκόρ. Και αυτοί οι πόλεμοι λαμβάνουν χώρα ουσιαστικά με παρέμβαση εξωτερικών παραγόντων. Αν δείτε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει στην Αφρική, ιδίως στην Yποσαχάρια Αφρική, θα διαπιστώσετε ότι υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων αφρικανικών κρατών ή εμφύλιοι πόλεμοι στο εσωτερικό ενός αφρικανικού κράτους, και υπάρχουν υπερβολικά πολλοί εξωτερικοί παράγοντες που δραστηριοποιούνται. Και αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση.
Αλλά έχουμε και κάθε είδους άλλα περιστατικά, που αποτελούν πραγματικά σημαντικές προκλήσεις και δεν περιορίζονται γεωγραφικά. Για παράδειγμα, για πρώτη φορά αντιμετωπίζουμε ένα μείζον ζήτημα ενεργειακής ανασφάλειας εξαιτίας όσων συμβαίνουν στον Κόλπο, στην Ερυθρά Θάλασσα και τώρα στη Σαουδική Αραβία. Ταυτόχρονα, έχουμε και το ζήτημα της επισιτιστικής ανασφάλειας. Αν δει κανείς τι συμβαίνει σήμερα στην Ουκρανία, υπάρχει μια τεράστια κρίση όσον αφορά τα σιτηρά, καθώς ο διάδρομος σιτηρών που είχε συμφωνηθεί ουσιαστικά έχει καταρρεύσει. Υπάρχει, επιπλέον, πολύ σοβαρή ανησυχία για το τι πρόκειται να συμβεί παγκοσμίως. Η Ουκρανία αποτελούσε στην ουσία τον προμηθευτή άνω του 40% των σιτηρών προς την Ευρώπη. Ως εκ τούτου, αναμένουμε αύξηση των τιμών όλων των βασικών τροφίμων και ορισμένες ελλείψεις σε σιτηρά και άλλα εδώδιμα προϊόντα. Και από την άλλη, έχουμε λειψυδρία. Εκτιμώ ότι αυτό πρόκειται να αποτελέσει το ζήτημα του μέλλοντος – και είναι μία άβολη προοπτική – και ότι, εάν υπάρξει ποτέ Γ΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, αυτός θα αφορά την κατανομή των υδάτινων πόρων. Πιστεύω ότι αυτό θα είναι το πιο οξύ ζήτημα για τις επόμενες γενιές.
Πλέον, μπορείτε να διαπιστώσετε ότι οι προκλήσεις οικοδομούνται πάνω στην ασαφή αντίληψη ότι το νερό θα καταστεί και πάλι σπάνιο στο μέλλον. Βλέπετε, για παράδειγμα, τι συμβαίνει στην Αιθιοπία ή σε άλλα μέρη του κόσμου. Επομένως, δεν έχουμε πια προκλήσεις τοπικού χαρακτήρα. Οι προκλήσεις είναι πλέον παγκόσμιες.
Ο τρίτος παράγοντας είναι ότι βρισκόμαστε εν μέσω μιας βιομηχανικής επανάστασης, ιδίως με την Τεχνητή Νοημοσύνη να κυριαρχεί στην τεχνολογική μας ζωή και ουσιαστικά να διαμορφώνει τις πολιτικές προσλήψεις. Πρόκειται να δούμε κάποιες πραγματικά παράδοξες προεκλογικές εκστρατείες. Η επόμενη χρονιά θα είναι μια πολύ κρίσιμη χρονιά για την Ευρώπη, καθώς επίκεινται οκτώ εκλογικές αναμετρήσεις, οκτώ κοινοβουλευτικές και προεδρικές εκλογές, γεγονός που σημαίνει ότι αναμένουμε σημαντικές αλλαγές στο πολιτικό τοπίο της Ευρώπης, οι οποίες θα επηρεάσουν και τις πολιτικές επιλογές της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, σε αυτές τις προεκλογικές εκστρατείες η Τεχνητή Νοημοσύνη θα κυριαρχήσει. Όλοι το αναμένουμε, αλλά δεν διαθέτουμε τα μέσα για να κερδίσουμε αυτό το φαινόμενο.
Και, τελευταίο αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, έχουμε έναν ακόμη σημαντικό παράγοντα, που είναι η πλήρης αλλαγή του τρόπου επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. Και αυτό είναι επίσης πολύ κρίσιμο, διότι η επικοινωνία πραγματοποιείται πλέον ουσιαστικά μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Σχεδόν το 90% των ανθρώπων λαμβάνει πλέον την πληροφόρησή του μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Προφανώς δεν χρειάζεται να σας το πω – όλοι το γνωρίζετε, όλοι το διαπιστώνετε. Θυσιάζουμε ουσιαστικά την ακεραιότητα της πληροφορίας προς όφελος της ταχύτητας, της αμεσότητας με την οποία η πληροφορία μεταδίδεται. Μάλιστα, χθες διάβαζα μια πολύ πρόσφατη δημοσκόπηση της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας, η οποία έδειχνε πόσοι άνθρωποι ηλικίας 17 έως 80 ετών, δηλαδή εντός του ηλικιακού μας φάσματος, επαληθεύουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι 4 στους 10, πράγμα που σημαίνει ότι 6 στους 10 δεν επαληθεύουν τίποτα από όσα διαβάζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δυστυχώς, και αυτό είναι πολύ απογοητευτικό, η Ελλάδα βρισκόταν σχεδόν στην τελευταία θέση. Μόνο 1 στους 10 επαληθεύει το περιεχόμενο των πληροφοριών που προέρχονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γεγονός που σημαίνει ότι η βασική πηγή πληροφόρησής μας παραμένει ουσιαστικά χωρίς καμία επαλήθευση. Αυτό, σε συνδυασμό με την Τεχνητή Νοημοσύνη, την παγκοσμιότητα των προκλήσεων και τις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές, συνθέτει ένα εκρηκτικό μείγμα που δεν έχει υπάρξει στο παρελθόν και μας τοποθετεί σε μια νέα γεωπολιτική εποχή.
Ποια είναι, λοιπόν, τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της γεωπολιτικής εποχής; Μίλησα για τις βαθύτερες αιτίες και για το πώς η ταυτόχρονη συνύπαρξη όλων αυτών επηρεάζει το πολιτικό περιβάλλον, αλλά ποιες είναι οι πραγματικές συνέπειες; Οι συνέπειες είναι, νομίζω, αρκετά προφανείς. Βλέπουμε την άνοδο νέων δυνάμεων, οι οποίες αναδύονται πλέον ως εναλλακτική στο παλαιό καθεστώς, σε μια εποχή που έχει παρέλθει. Και, φυσικά, βλέπουμε νέους θεσμούς να αναδύονται από τους παραδοσιακούς οργανισμούς που υποχωρούν. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι κατά πόσον το καθεστώς που αντιμετωπίζουμε σήμερα, δηλαδή η επικράτηση της ισχύος έναντι οποιασδήποτε θεμελιωμένης σε αρχές παγκόσμιας τάξης, αποτελεί απλώς μια μεταβατική περίοδο ή πρόκειται να αποτελέσει τη νέα κατάσταση των διεθνών σχέσεων. Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να απαντήσει εύκολα σε αυτό το ερώτημα. Η αίσθησή μου είναι ότι, αυτή τη στιγμή, προσπαθούμε και πάλι να βρούμε τον προσανατολισμό μας προς μια νέα εποχή. Κατά την άποψη μου, είναι απολύτως σαφές ότι η ισχύς διαδραματίζει έναν πολύ κυρίαρχο ρόλο και ότι δεν διαθέτουμε τα εργαλεία για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά αυτό το φαινόμενο. Αύριο μεταβαίνω στη Νέα Υόρκη για την Εβδομάδα Υψηλού Επιπέδου της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών και όλοι αισθανόμαστε ότι τα Ηνωμένα Έθνη βρίσκονται σήμερα σε πολύ κακή κατάσταση.
Γιατί; Διότι, όπως γνωρίζετε, τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν καταφέρει στην πράξη να παράγουν οποιοδήποτε ουσιαστικό ψήφισμα σχετικά με τις 61 ένοπλες συγκρούσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα παγκοσμίως.
Γιατί; Προφανώς εξαιτίας των δομών, της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και της πλήρους έλλειψης διάθεσης για διαβούλευση μεταξύ των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας και, σε πολλές περιπτώσεις, και μεταξύ των μελών της Γενικής Συνέλευσης. Βλέπετε πώς συμβαίνει. Δεν έχουμε ούτε ένα ψήφισμα σχετικά με την Ουκρανία, ούτε ένα ψήφισμα εδώ και πέντε χρόνια. Γιατί; Για προφανείς λόγους. Δεν θα μπορούσαμε να έχουμε, διότι οποιοδήποτε ψήφισμα θα καταδίκαζε, λίγο έως πολύ, την Ρωσία για τον επιθετικό πόλεμο, ενώ η Ρωσία διαθέτει δικαίωμα βέτο και, έτσι, τελικά, δεν είχαμε κανένα ψήφισμα.
Το βέτο, λοιπόν. Νομίζω ότι έχουμε εισέλθει στην εποχή του παράδοξου του βέτο. Το βέτο αποτέλεσε ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στην περίοδο αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και για ποιο λόγο είναι παράδοξο; Επειδή το βέτο χρησιμοποιήθηκε με διττό τρόπο. Για παράδειγμα, στα Ηνωμένα Έθνη, στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ασφαλείας, το βέτο χρησιμοποιήθηκε ως ένα ισχυρό όπλο υπέρ των ισχυρών κρατών. Οι νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ήθελαν να διαθέτουν έναν ισχυρό θεσμικό μηχανισμό, προκειμένου να αποτρέπουν δυσμενείς αποφάσεις που να προέρχονται από τα Ηνωμένα Έθνη. Και για το λόγο αυτό, θεσπίσθηκε το βέτο για τα πέντε μόνιμα μέλη, τους νικητές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η διεθνής τάξη. Το βέτο, όμως, χρησιμοποιήθηκε και σε ένα άλλο πλαίσιο. Χρησιμοποιήθηκε, για παράδειγμα, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως πιθανότατα γνωρίζετε, για να ληφθεί μια απόφαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας της Ένωσης, που αποτελούν τον πυρήνα των αποφάσεων που λαμβάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, απαιτείται ομοφωνία. Έτσι, κάθε ένα από τα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει ένα μεμονωμένο δικαίωμα βέτο. Μπορεί, έτσι απλά, να μπλοκάρει την απόφαση. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στην Ευρώπη δεν μπορέσαμε να λάβουμε μια αποτελεσματική απόφαση για την Ουκρανία, επειδή μεταξύ των 27 υπήρχαν ορισμένα κράτη που ήταν θεμελιωδώς αντίθετα στην καταδίκη της Ρωσίας για όσα συνέβησαν.
Αλλά ας εξετάσουμε και την διαφορετική άποψη. Το βέτο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να προστατεύσει τους ανίσχυρους, τα λιγότερο ισχυρά κράτη. Ήταν το μέσο των πιο αδύναμων, προκειμένου να μπορούν να απορρίπτουν τη βούληση των ισχυρών κρατών. Για να μπορούν τα μικρά κράτη να σταθούν μόνα τους απέναντι στη βούληση των άλλων κρατών.
Ποιο ήταν όμως το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις; Αδράνεια, επειδή τελικά δεν μπορούσαμε να λάβουμε μία απόφαση. Ποιο είναι, λοιπόν, το μέλλον της κατάστασης; Υπήρξαν στιγμές στην ιστορία όπου αυτού του τύπου η μετάβαση, αυτό το δίλημμα μεταξύ αφενός ισχύος και αφετέρου τάξης που βασίζεται σε κανόνες, ήταν ιδιαίτερα εμφανές. Για παράδειγμα, στις αρχές του 19ου αιώνα, το 1812, είχαμε τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Γαλλίας. Είχαμε τον πόλεμο μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Αγγλίας, ουσιαστικά για την οικονομική κυριαρχία. Αυτό οδήγησε σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο. Ο κόσμος άλλαξε μετά από αυτή την κατάσταση. Το ίδιο συνέβη μετά το 1848 και όλες τις επαναστάσεις στην Ευρώπη. Αναμένουμε, λοιπόν, μια συνολική αλλαγή παραδείγματος στη νέα εποχή; Αισθάνομαι ότι κινούμαστε με ταχύτητα προς μια εντελώς νέα, διαφορετική προσέγγιση και βλέπετε ότι αυτή η προσέγγιση επηρεάζει θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη γεωπολιτική.
Τι σκεφτόμαστε, λοιπόν; Πρώτα απ’ όλα, οδηγούμαστε στην ιδέα της στρατηγικής αυτονομίας. Πρέπει να αυξήσουμε τις αμυντικές δαπάνες. Χρειάζεται να αυξήσουμε τις αμυντικές δαπάνες. Γιατί; Επειδή, πρώτα απ’ όλα, υπάρχει αυτό που στην αρχαία ελληνική γραμματεία αποκαλούμε «παγίδα του Θουκυδίδη». Πρόκειται για τον αναπόφευκτο πόλεμο μεταξύ της παραδοσιακής δύναμης και της αναδυόμενης δύναμης. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, αυτό θα οδηγήσει σε πόλεμο, ό,τι κι αν συμβεί, επειδή δεν υπάρχει άλλος τρόπος επίλυσης τέτοιου είδους διλημμάτων παρά μόνο μέσω ενός πολέμου. Επειδή και τα δύο κράτη, τόσο η ανερχόμενη όσο και η υφιστάμενη δύναμη, ανησυχούν ιδιαίτερα για την κατάσταση, είναι υπερεξοπλισμένα και αυτή η υπερεξοπλιστική κούρσα θα οδηγήσει τελικά σε έναν πολύ σοβαρό πόλεμο. Ή θα επικρατήσουν τα ισχυρά κράτη και θα διαμορφωθεί μια εντελώς διαφορετική διεθνής αρχιτεκτονική ασφάλειας. Αυτή η νέα διεθνής αρχιτεκτονική είναι ακόμη δύσκολο να προβλεφθεί. Πρόκειται για ζήτημα που προκαλεί πολύ μεγάλη ανησυχία και, σήμερα, υπάρχουν κράτη που προσπαθούν να οικοδομήσουν νέες συμμαχίες, καταργώντας ουσιαστικά τη γεωγραφία, όπως ανέφερα. Βλέπετε τον Καναδά να προσπαθεί να προσεγγίσει την Ευρώπη, να προσεγγίσει την Ινδία, να προσεγγίσει την Αφρική. Γιατί; Επειδή πρέπει να αναπτυχθούν νέες διεθνείς συνέργειες.
Είναι αυτό το τέλος της παραδοσιακής μεταπολεμικής διεθνούς αρχιτεκτονικής ασφάλειας; Είναι πιθανό. Τώρα είναι η στιγμή τα κράτη να διαμορφώσουν ισχυρές συμμαχίες και να εκφράσουν συλλογικές ανησυχίες. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι ακόμη δεν έχουμε βρει τα κατάλληλα εργαλεία και, κατά πάσα πιθανότητα, την επόμενη εβδομάδα, μετά τη Γενική Συνέλευση, θα συζητάμε και πάλι για τη χαμένη ευκαιρία να επανεξετάσουμε και να αναζωογονήσουμε τα Ηνωμένα Έθνη. Εμπιστευθήκαμε τα Ηνωμένα Έθνη. Η αλήθεια είναι ότι ο Οργανισμός δεν ανταποκρίθηκε. Αυτή τη στιγμή δεν διαθέτουμε εναλλακτική λύση και, μέχρι να βρούμε μια εναλλακτική, η ισχύς θα επικρατεί έναντι των αρχών.
ΠΗΓΗ ΦΩΤΟ:
ΠΗΓΗ ΘΕΜΑΤΟΣ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
